sitemap contact terms

Greeklanguage seperatorEnglish (United Kingdom)Russianlanguage seperatorChinese

18.10.17
 > ΤΑ ΗΦΑΙΣΤΕΙΑ > Η χαμένη Ατλαντίδα

Ιστορία του ηφαιστείου


Η δημιουργία της Νέας Καμένης

Διαβάζοντας το κείμενο που ακολουθεί μπορεί να καταλάβει κανείς τι είναι η Σαντορίνη. Και τι είναι οι άνθρωποι που την κατοίκησαν. Ενα νησί γεννήθηκε μπροστά στα μάτια τους, με οδύνες τόσο πολλές και τόσο μακροχρόνιες που δύσκολα θα άντεχε να τις βλέπει ανθρώπου μάτι. Κι όμως, όλα αυτά τα χρόνια οι άνθρωποι ήταν εκεί. Και με τις βάρκες τους πήγαιναν δίπλα στο ηφαίστειο, να το δουν από κοντά!
Την έκρηξη του 1707, πού δημιούργησε τη νησίδα Νέα Καμένη, παρακολούθησε και περιγράφει ένας Ιησουίτης περιηγητής εγκατεστημένος στη Θήρα, ο πατήρ Tarillon, σε μια έκθεση προς τους προϊσταμένους του. Στις 23 Μαΐου 1707 είδε να βγαίνει από τη θάλασσα ένα καινούργιο νησί, ανάμεσα στη Μικρή και τη Μεγάλη Καμένη.

Η αφήγηση
«Στις 18 Μαΐου, δυο μικρές σεισμικές δονήσεις έγιναν αισθητές στο νησί. Δεν έδωσε ωστόσο κανείς προσοχή. Οι ναυτικοί βλέποντας εκείνο το πρωί να ξεμυτίζουν οι κορφές του νησιού πάνω από τα κύματα, φαντάσθηκαν πώς ήταν απομεινάρια από νυχτερινό ναυάγιο. Μπήκαν λοιπόν στα πλεούμενα και έσπευσαν επί τόπου να μαζέψουν τα λείψανα του "καραβιού". Αλλά αντί να βρουν ναυάγιο, έπεσαν πάνω σε βράχους. Eντρομοι γύρισαν γρήγορα γρήγορα στο νησί και διηγήθηκαν το παράξενο φαινόμενο πού είδαν.
Πανικός απλώθηκε σ' ολόκληρη τη Σαντορίνη. Πέρασαν όμως τρεις μέρες και καμιά συμφορά δεν έγινε. Τότε μερικοί θαρραλέοι Σαντορινιοί αποφάσισαν να ζυγώσουν και να δουν από κοντά τι συμβαίνει. Γύρισαν γύρω γύρω με τις βάρκες τους μελετώντας το καθετί. Έπειτα, βλέποντας πώς δεν υπήρχε κίνδυνος, ζύγωσαν ακόμα πιο κοντά και πάτησαν στην πρωτοφανέρωτη στεριά. Από περιέργεια πέρασαν από βράχο σε βράχο και διαπίστωσαν πώς βρίσκονταν πάνω σε μια άσπρη λιθόμαζα πού κοβόταν σαν ψωμί. Μάλιστα έμοιαζε τόσο πολύ στο χρώμα, στη σύσταση και στη γεύση ακόμα, πού μερικοί έλεγαν πώς ήταν κριθαρόψωμο.
To καλύτερο, ωστόσο, εύρημα ήταν τα αναρίθμητα στρείδια, που, κολλημένα πάνω στους βράχους, αποτελούσαν κάτι πολύ σπάνιο στη Σαντορίνη. Βάλθηκαν λοιπόν όλοι να μαζεύουν όσα περισσότερα μπορούσαν... Ξαφνικά ένιωσαν να σαλεύουν οι βράχοι κι όλα να τρέμουν κάτω από τα πόδια τους. Έντρομοι, παράτησαν το νησόπουλο και πήδηξαν στις βάρκες τους. Αυτή η δόνηση ήταν απλούστατα μια ανεπαίσθητη κίνηση του νησιού το οποίο μεγάλωνε. Μέσα σε λίγες μέρες απόκτησε δώδεκα μέτρα φάρδος και έξι ύψος.
Ωστόσο το νησάκι δεν μεγάλωνε κανονικά, ούτε ομοιόμορφα. Πολλές φορές κατέβαινε και μίκραινε σ' ένα σημείο, ενώ σε άλλο φούσκωνε και άπλωνε. Μια μέρα πρόβαλε ένας πελώριος βράχος στη μέση ακριβώς της ξέρας και υψώθηκε κάπου 15 μέτρα. Τον παρατηρούσα με προσοχή τέσσερες μέρες. Ξαφνικά ξαναβούλιαξε στη θάλασσα και χάθηκε. Άλλοι όμως βράχοι, αφού βούλιαζαν μερικές μέρες, έβγαιναν και ξανάβγαιναν από τα νερά και τελικά στέριωναν. Ολοι αυτοί οι κλυδωνισμοί συγκλόνιζαν τη Μικρή Καμένη. Μια βαθιά ρωγμή φάνηκε για πρώτη φορά στην κορφή της. Στο μεταξύ ή θάλασσα του κόλπου άλλαζε αδιάκοπα χρώματα. Από ζωηρή πράσινη γινόταν κοκκινωπή κι ύστερα ανοιχτοκίτρινη. Μια βαριά μυρουδιά ανέβαινε από τα βάθη των νερών.
Στις 16 Ιουλίου φάνηκε για πρώτη φορά να βγαίνει καπνός από το καινούργιο νησί. Αλλά όχι από το ορατό τμήμα του. Ο καπνός τιναζόταν από ένα κομπολόι μαύρους βράχους πού είχαν αναδυθεί στο σημείο όπου ή θάλασσα ήταν ως τότε άπατη. Από αυτούς τούς βράχους σχηματίσθηκαν δυό χωριστά νησόπουλα. Το ένα ονομάστηκε Ασπρονήσι και το άλλο Μαυρονήσι, από το χρώμα τους. Σε λίγο, ωστόσο, ενώθηκαν και οι μαύροι βράχοι έγιναν το κέντρο του νησιού. Πυκνός και ασπρουδερός καπνός ανέβαινε αδιάκοπα.
Τη νύχτα 19 προς 20 Ιουλίου, από το κέντρο αυτού τού καπνού ξεπήδησαν φλόγες. Οι Σαντορινιοί του Σκάρου πανικοβλήθηκαν. Τα σπίτια ήταν χτισμένα σε απόσταση μισής λεύγας και το κάστρο κρεμόταν μετέωρο πάνω σε κάθετους γκρεμούς πού κατέληγαν στη θάλασσα. Περίμεναν ν' ανατιναχθούν από στιγμή σε στιγμή. Αποφάσισαν λοιπόν να παρατήσουν το κάστρο, και με τα υπάρχοντά τους να φύγουν. Ωστόσο, η φωτιά δεν ήταν ακόμα τίποτα γιατί έβγαινε από ένα μονάχα σημείο του Μαυρονησιού και δεν διακρινόταν διόλου την ημέρα. Το Ασπρονήσι φαινόταν ήσυχο: ούτε καπνοί ούτε φωτιά. Το άλλο, όμως, όλο και μεγάλωνε. Κάθε μέρα έβλεπες να προβάλλουν πελώριοι βράχοι... Μέσα σε ένα μήνα έγιναν τέσσερα μαυρονήσια. Ύστερα έσμιξαν ξαφνικά κι έγιναν όλα μια μάζα... Τη νύχτα ανέβαινε μια φλεγόμενη στήλη και στη θάλασσα γύρω επέπλεε ένας αφρός- αλλού κοκκινωπός κι αλλού υποκίτρινος. Η καπνούρα απλώθηκε ύστερα και τύλιξε ολόκληρη τη Σαντορίνη. Οι κάτοικοι πνίγονταν, αγκομαχούσαν και για να περιορίσουν τη δυσωδία έκαιγαν λιβάνια και άναβαν φωτιές στους δρόμους. Αυτό ωστόσο δεν κράτησε παρά δυο μέρες μονάχα. Φύσηξε μια δυνατή σοροκάδα και σκόρπισε τον καπνό. Αλλά στο μεταξύ είχε περάσει πάνω από τ' αμπέλια κι έκαψε τα σταφύλια που είχαν κιόλας αρχίσει να ωριμάζουν. Ασημικά και χαλκώματα άλλαζαν χρώματα από την καπνούρα, θάμπωναν.
Στις 31 Ιουλίου η θάλασσα άρχισε να κοχλάζει σε δυο κυκλικά σημεία, 9 και 18 μέτρα από το μαύρο νησί. Σ' αυτά τα δύο σημεία το νερό καιγόταν σαν λάδι στη φωτιά. Ο βρασμός κράτησε ένα μήνα. Νύχτα και μέρα ψόφια ψάρια ξενέριζαν στη στεριά.
Την 1η Αυγούστου ακούστηκε ένας βαθύς, υπόκωφος βρόντος, λες και χτυπούσαν πολλά κανόνια μαζί κάπου μακριά. Και σε λίγο δυο φλόγες τινάχτηκαν από το υποθαλάσσιο καμίνι, υψώθηκαν κατακόρυφα κι έσβησαν.
Στις 17 Αυγούστου πίδακες πυριφλεγείς ξεπηδούσαν από το νησί και η θάλασσα γύρω κάπνιζε και κόχλαζε αφρίζοντας. Από 60 και πάνω στόματα ξεχυνόταν φωτιά. Η θάλασσα ήταν ακόμα σκεπασμένη με κείνο τον κοκκινωπό αφρό πού ανάδινε μπόχα αβάσταχτη. Κάθε νύχτα, ύστερα από τούς συνηθισμένους υπόκωφους βρυχηθμούς, έβλεπες να ξεπηδούν από τα έγκατα της θάλασσας γλώσσες πύρινες απαστράπτουσες, με εκατομμύρια φώτα που ανέβαιναν μεσούρανα κι ύστερα ξανάπεφταν, ίδια βροχή αστεριών πάνω στο νησί πού φεγγοβολούσε ολόκληρο. Μέσα σ' αυτό το πύρινο παιγνίδι, ένα παράξενο φαινόμενο ήρθε να συνταράξει τούς κατοίκους. Καθώς φτεροκοπούσαν στον αέρα οι φωτιές, ξαφνικά ξεχώρισε μια πύρινη γλώσσα και, μακρόσυρτη, υψώθηκε και στάθηκε κάμποσο ακίνητη πάνω στο κάστρο του Σκάρου. Κι ενώ σφιγγόταν η ψυχή των Σαντορινιών γι' αυτό το κακό σημάδι, η γλώσσα της φωτιάς τινάχτηκε ψηλά και χάθηκε μέσα στα σύννεφα.
Στις 26 Αυγούστου 1707 έφθασε ο Γάλλος περιηγητής Aubry de la Motraye. Βγήκε στο Σκάρο. Ερημιά. Μονάχα δυό Σαντορινιοί είχαν απομείνει στο χωριό. Ο ένας ήταν παπάς. Οι αναθυμιάσεις του ηφαιστείου είχαν αλλοιώσει όλα τα μέταλλα και κυρίως τα ασημικά που έγιναν ολόμαυρα. Καπνούρα τύλιγε το νησί, η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική
Στις 2 Σεπτεμβρίου σημειώθηκε σεισμός πού συνοδευόταν από φοβερή έκρηξη. Από τον κρατήρα του ηφαιστείου τινάχτηκαν πελώριοι βράχοι πυρακτωμένοι. Η αναπνοή έγινε δύσκολη και ο ύπνος αδύνατος από αδιάκοπα μπουμπουνητά.
Στις 9 Σεπτεμβρίου τα δυο νησόπουλα έσμιξαν κι έγιναν συμπαγής μάζα. Από τούς 60 κρατήρες μονάχα τέσσερις εξακολουθούσαν να ξεχύνουν φωτιά. Καπνός και φλόγες έβγαιναν από τα στόματα, άλλοτε με βρόντους κι άλλοτε με άγρια σφυρίγματα.
Από τις 12 Σεπτεμβρίου ο υποθαλάσσιος ορυμαγδός καταλάγιασε κάπως. Τα σύννεφα του καπνού γίνονταν ανεμοστρόβιλοι και μια ατέλειωτη βροχή τέφρας έπεφτε πάνω στο νησί.
Από τις 18 Σεπτεμβρίου οι εκρήξεις δυνάμωσαν. Ολόκληροι βράχοι ξεπηδούσαν από τούς κρατήρες και καθώς χτυπούσε ό ένας τον άλλο στον αέρα προκαλούσαν βρόντους τρομακτικούς. Ύστερα ξανάπεφταν πάνω στη Σαντορίνη και στη θάλασσα με χλαπαταγή. Η Μικρή Καμένη πολλές φορές φαινόταν ολότελα σκεπασμένη από αυτούς τούς πυρακτωμένους ογκόλιθους κι' άστραφτε μέσα στη νύχτα.
Στις 21 Σεπτεμβρίου η Μικρή Καμένη φλεγόταν ολόκληρη. Ξαφνικά τρεις αστραπές φώτισαν τον ορίζοντα απ' άκρη σ' άκρη. Ύστερα το νέο νησί σείστηκε συθέμελα, αναταράχτηκε και σάλεψε πέρα δώθε. Ο ένας κρατήρας καταποντίστηκε και θεόρατα βράχια εκσφενδονίστηκαν σε απόσταση 3 μιλίων. Ακολούθησαν τέσσερεις μέρες ηρεμίας. Υστερα ή θεομηνία ξαναφούντωσε.
Εκρήξεις απανωτές, τόσο δυνατές που δύο πρόσωπα, ενώ ξεφώνιζαν πλάι πλάι, δεν μπορούσαν ν' ακουστούν διόλου. Ο κόσμος έτρεξε στις εκκλησιές. Ο βράχος του Σκάρου τραμπαλίστηκε κι όλες οι πόρτες των σπιτιών άνοιξαν από τη βουή. Ως τον Φεβρουάριο του 1708 οι εκρήξεις δεν σταμάτησαν διόλου.
Στις 10 Φεβρουαρίου το ηφαίστειο ξέσπασε. Ολόκληρα βουνά τινάχτηκαν από τον κρατήρα, το νησί έτρεμε, μουγκρητά υποχθόνια έκοβαν την ανάσα, η θάλασσα έβραζε. Κάθε δυό λεπτά και μια έκρηξη. Οι φλόγες διακρίνονταν τώρα για πρώτη φορά και την ημέρα.
Αυτή η κόλαση συνεχίσθηκε ως τις 23 Μαΐου. Το καινούργιο νησί άπλωνε και ψήλωνε αδιάκοπα. Ο μεγάλος κρατήρας μεγάλωσε από τη λάβα. Υστερα κόπασε η θεομηνία»...

Επίσκεψη στο νέο νησί
Στις 15 Ιουλίου 1708 ο Tarillon αποφάσισε να δει από κοντά το καινούργιο νησί. Μπήκε μ' άλλους Σαντορινιούς σ' ένα καΐκι καλά καλαφατισμένο. Η τολμηρή συντροφιά ζύγωσε σ' ένα σημείο πού ή θάλασσα δεν έβραζε, αλλά κάπνιζε μονάχα. Ο μισσιονάριος έγειρε στην κουπαστή, βύθισε το χέρι του στο νερό, δεν ήταν καυτό. Το νέο νησί είχε ύψος 60 μέτρα στο ψηλότερο σημείο, πάνω από 300 μέτρα πλάτος και περίμετρο περίπου 5 μίλια. Ζύγωσαν για να ξεμπαρκάρουν, αλλά σε απόσταση 200 μέτρων από την ακτή το νερό ήταν ζεματιστό. Μια νέα έκρηξη τους ανάγκασε να ξαναγυρίσουν στη Θήρα.
Οι εκρήξεις, οι δονήσεις, ο βρασμός της θάλασσας και οι υποβρύχιες φλόγες συνεχίστηκαν πολλά χρόνια ακόμα ώσπου να ηρεμήσει το ηφαίστειο. Ενα γράμμα από τη Θήρα (Σεπτέμβριος 1712) προς το συγγραφέα του χρονικού, πού βρισκόταν πια στο Παρίσι, δίνει νεότερα στοιχεία: «Πολλές φορές έκανα το γύρο του νέου νησιού, από αλάργα όμως, γιατί τα νερά βράζουν σε απόσταση ενός τετάρτου της λεύγας από τις ακτές. Ενώ κωπηλατούμε, κάποιος πρέπει να βυθίζει το χέρι του στη θάλασσα. Γιατί υπάρχει κίνδυνος να λιώσει ξαφνικά η πίσσα -όπως έγινε άλλοτε- στο σκαρί και να βουλιάξουμε».
Οι Σαντορινιοί ονόμασαν τον κρατήρα του ηφαιστείου Μεγάλο Καμίνι. Κάτω από τον κρατήρα υπάρχουν τρία στόμια πού μοιάζουν με πελώριες θρακιές.

Αλλοι αυτόπτες μάρτυρες
Την έκρηξη του 1707 περιγράφουν και άλλοι δυο αυτόπτες, ο Ιησουίτης μισσιονάριος Goree και ένας ντόπιος, ο Ιωάννης Δελέντας. Στις άμεσες αυτές μαρτυρίες πρέπει να προστεθεί και το χρονικό του Γάλλου περιηγητή Aubry de la Motraye, πού ταξίδεψε στη Σαντορίνη δυο φορές, τον Αύγουστο του 1707 και το 1710. Στο δεύτερο ταξίδι του, το ηφαίστειο βρισκόταν ακόμα σε δράση. Φλόγες, αλλά όχι μεγάλες, ξεπηδούσαν από τον κρατήρα του και λάβα λιγοστή κυλούσε στην πλαγιά.
«Οι ψαράδες μου είπαν πως, αψηφώντας τη ζέστη πού αναδινόταν από τα ηφαίστειο, βγήκαν στο νησόπουλο και μάζεψαν κομμάτια θειάφι τόσο λεπτό, τόσο καλοδουλεμένο από τη φύση, πού θα ήταν αδύνατο να βγει από ανθρώπινο χέρι...».

Ηφαίστειο - Ιστορία - Δημιουργία Νέας Καμένης
Ηφαίστειο - Ιστορία - Δημιουργία Νέας Καμένης

social Twitter YouTube Facebook


 

Μεγάλος χάρτης

0A ammoudi eleftherakis1

view